θεράπαινα


θεράπαινα
служанка

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "θεράπαινα" в других словарях:

  • θεράπαινα — handmaid fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράπαινα — η (Α θεράπαινα) (θηλ. τού θεράπων) υπηρέτρια («αἱ θεράπαιναι λαβοῦσαι ἀπῆγον αὐτήν», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. θεράπων] …   Dictionary of Greek

  • θεραπαίνας — θεραπαίνᾱς , θεράπαινα handmaid fem acc pl θεραπαίνᾱς , θεράπαινα handmaid fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράπαιν' — θεράπαινα , θεράπαινα handmaid fem nom/voc sg θεράπαιναι , θεράπαινα handmaid fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπαινῶν — θεράπαινα handmaid fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπαίναιν — θεράπαινα handmaid fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπαίναις — θεράπαινα handmaid fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπαίνης — θεράπαινα handmaid fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεραπαίνῃ — θεράπαινα handmaid fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράπαιναι — θεράπαινα handmaid fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεράπαιναν — θεράπαινα handmaid fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)